Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Στην πλατεία με τον Μίκη και τη Σπίθα



ανταπόκριση από την ομιλία του Μ. Θεοδωράκη στην Θεσσαλονίκη

 Βρέθηκα την Τετάρτη στην πλατεία Αριστοτέλους, περισσότερο ως παρατηρητής και λιγότερο ως υποστηρικτής μιας νέας προσπάθειας για την δημιουργία ενός πολιτικού φορέα, της Σπίθας, που μέχρι σήμερα δεν έχει καταστήσει σαφείς τις προθέσεις της. Σίγουρα η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη ήταν για μένα ένα ισχυρό κίνητρο για να παραβρεθώ στη συγκέντρωση, καθώς ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι συνυφασμένος με τις καλύτερες παιδικές μου μνήμες, με την αντίσταση στη Χούντα και την ευωχία της Μεταπολίτευσης, στην οποία ο ίδιος και η μουσική του πρωτοστάτησαν. Σκέφτηκα ότι ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία να τον ξαναδώ ζωντανό κι έτσι αποφάσισα να αποτίσω έναν ύστατο φόρο τιμής, σ' έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, όμως δυστυχώς μετριότατο πολιτικό, του οποίου η μουσική μεγαλοφυΐα δεν εναρμονίζεται με την ελλειμματική του πολιτική οξυδέρκεια, τουλάχιστον μέχρι τα σήμερα.

 Είναι κατά τη γνώμη μου πάντως προς τιμήν του, το γεγονός ότι αν και ο ίδιος πρωτοστάτησε -όπως προανέφερα- στην Μεταπολίτευση, ένιωσε έστω και την ύστατη στιγμή το βάρος της ευθύνης που φέρει -αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό από πολλούς άλλους- και αποφάσισε να καταγγείλει πρώτος την κατάσταση δουλοπαροικίας στην οποία περιέρχεται ο ελληνικός λαός, κηρύσσοντας το τέλος μιας περιόδου που θα είχε τελικά κάθε συμφέρον να συνεχίσει να χειροκροτεί και να επιδοκιμάζει. Αυτό που πολλοί άλλοι βολεμένοι και εξωνημένοι πνευματικοί ταγοί φρόντισαν να κάνουν -κατά το κοινώς λεγόμενο- "γαργάρα", βρέθηκε ένας υπέργηρος άνθρωπος να το βροντοφωνάξει, πιθανώς επειδή τα πολιτικά αντανακλαστικά της γενιάς του, που έχει γνωρίσει το σοκ και το δέος μιας ξένης στρατιωτικής κατοχής και μιας ξενοκίνητης χούντας, παραμένουν οξυμένα, παρά το πέρασμα των χρόνων και την αλλαγή των καιρών. Σε τελική ανάλυση δεν συνηθίζω να παίρνω θέση για κάτι, παρά μόνο εάν το γνωρίσω από κοντά κι έτσι θεώρησα πως έπρεπε να βρίσκομαι εκεί. Τον Μίκη τον γνωρίζουμε, με τα καλά του και τα στραβά του, όμως ποιοι είναι εκείνοι που πλαισιώνουν τούτη την πρωτοβουλία; Σε ποιους θα μείνει η κληρονομιά του αγώνα, όταν ο Μίκης θα μας παρακολουθεί από το ύψος των Ηλύσιων Πεδίων;
Την προγραμματισμένη ώρα η πλατεία ήταν μισογεμάτη, αφού κανείς δεν πιστεύει ότι οποιοδήποτε γεγονός σ' αυτήν τη χώρα θα ξεκινήσει στην ώρα του. Μέσα σε μια ώρα όμως, γέμισε ασφυκτικά από κόσμο κυρίως μέσης και άνω ηλικίας, ενώ η απουσία της νεολαίας ήταν χαρακτηριστική. Τα τραγούδια του Μίκη παιάνιζαν από τα μεγάφωνα, ξυπνώντας δυστυχώς μνήμες από προεκλογικές συγκεντρώσεις της δεκαετίας του '80, τότε που το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ διαγκωνίζονταν για το ποιος θα ιδιοποιηθεί τα σύμβολα και τους αγώνες της λαϊκής Αριστεράς, με τον "χαρισματικό" Α. Παπανδρέου να κερδίζει το ματς με νοκ άουτ. Ευτυχώς έλλειπαν τα πλαστικά κομματικά σημαιάκια και οι λίγες ελληνικές σημαίες που κυμάτιζαν μέσα στο πλήθος απλά υπογράμμιζαν τον πανεθνικό χαρακτήρα του τεράστιου προβλήματος που έχει προκύψει, το οποίο μας αφορά άπαντες.
Η πρώτη παραφωνία δεν άργησε να εμφανιστεί. Από τα μεγάφωνα δηλώνεται πως στη συγκέντρωση παρίστανται η Βούλα Πατουλίδου και ο Στέλιος Παπαθεμελής, πρώην πολιτευτές του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι προφανώς δεν βρήκαν τίποτε το μεμπτό, άξιο καταγγελίας όλα τούτα τα χρόνια της βασιλείας του "σοσιαλιστικού" κόμματος, ωστόσο τώρα που τα πράγματα αγρίεψαν, έσπευσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους, μάλλον όψιμα κατά τη γνώμη μου. Ίσως κάποιος να πει ότι αδικώ τη Βούλα Πατουλίδου, όμως δεν μπορώ να ξεχάσω ότι το 2006 την είδα, ως υποψήφια νομάρχη του ΠΑΣΟΚ, να υποστηρίζει με την παρουσία και τον λόγο της γνωστό λαμόγιο δήμαρχο των δυτικών συνοικιών της πόλης και ας με συγχωρήσει η ευγενής αθλήτρια, αλλά η παροιμιώδης φράση της "για την Ελλάδα ρε γαμώτο" δεν αποτελεί κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Θα μπορούσα επίσης να κατηγορηθώ ότι αδικώ τον κύριο Παπαθεμελή, έναν πολιτικό που διατηρεί τη φήμη του τίμιου, όμως τα σάλτα του μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, όταν το κατάλληλο κόμμα βρισκόταν στην εξουσία, όπως και η άχρωμη, άοσμη και άγευστη μοναχική του παρουσία, που μάλλον προσωπική φιλοδοξία φανερώνει, παρά ουσιαστικό λόγο ύπαρξης στην πολιτική μας ζωή, σίγουρα αποδυναμώνουν την νέα του συμπαράταξη με κάποιον που κατά τα φαινόμενα "έχει ρεύμα". Στο άκουσμα των συγκεκριμένων ονομάτων, έντονη ήταν η δυσφορία πολλών παριστάμενων πολιτών, οι οποίοι σχολίαζαν σχηματίζοντας πηγαδάκια, "πάλι τα ίδια και τα ίδια". Από το "κόλπο" δεν θα μπορούσε φυσικά να λείψει και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης, ο οποίος προηγουμένως είχε επισκεφτεί τον Μίκη στο παρακείμενο ξενοδοχείο Ηλέκτρα Παλλάς. Μα φυσικά, ο κύριος Ψωμιάδης δεν αφήνει γάμο, κηδεία ή βάπτιση που να μην σπεύσει, ακόμη και στον Δενδροπόταμο, το γκέτο των τσιγγάνων της πόλης μας. Πώς θα μπορούσε άραγε να λείπει από τέτοιο γεγονός; "Όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη", όπως χαρακτηριστικά έλεγε το σκωπτικό άσμα του Μαρκόπουλου...
Αμέσως μετά, η παραφωνία διευρύνθηκε, όταν άλλος ένας περιφερόμενος από κόμμα σε κόμμα και από κανάλι σε κανάλι πήρε το λόγο. Ο γνωστός και μη εξαιρετέος Κώστας Ζουράρις, σε ρόλο που περισσότερο θύμιζε κονφερασιέ βλαχογκλαμουράτης εκδήλωσης, προλόγισε τη συγκέντρωση με διθυραμβικά αυτάρεσκο ύφος, διανθίζοντας τον κενό του λόγο με τις γνωστές αναπόφευκτες ελληνικούρες, που προκάλεσαν τη θυμηδία στο ακροατήριο. Ο άνθρωπος αυτός αδυνατεί κατά τα φαινόμενα να αποφύγει την γραφικότητα, την αμετροέπεια και τον πομφολυγώδη στόμφο της κενολογίας, όπως και ν' αποκρύψει τη δίψα του για αυτολιβανισμό και χειροκρότημα. Ίσως να είναι καλός για να τροφοδοτεί τη σάτιρα του Μητσικώστα, ωστόσο δεν μπορώ να διανοηθώ τι το καινούριο, το επαναστατικό και το φιλολαϊκό -εκτός του λαϊκιστικού- έχει να προσφέρει στην αλλαγή του πολιτικού Αιώνα την οποία έχει ανάγκη αυτός ο τόπος.
 Στη συνέχεια, πήρε τον λόγο ο καθηγητής κύριος Κασσιμάτης, συνταγματολόγος και άλλοτε μέλος του στενού περιβάλλοντος του Α. Παπανδρέου, ακόμη ένας όψιμα αφυπνισθείς. Σίγουρα το γεγονός ότι υπήρξε ο πρώτος μιας ακαδημαϊκής κοινότητας αντάξιας των προκατόχων της, χειροκροτητών του Γεωργίου Παπαδόπουλου, που είχε το θάρρος να καταγγείλει στον Ελληνικό λαό την προδοσία της εκχώρησης της εθνικής κυριαρχίας της χώρας σε ξένα οικονομικά ιδιωτικά συμφέροντα, θα πρέπει να προσμετρηθεί στα υπέρ του. Ωστόσο, ο λόγος του υπήρξε επίπεδος, ανώδυνος, βαρετός και γενικά μέτριος, φανερώνοντας τη γενικότερη παθογένεια της ευαγούς τάξης των πνευματικών ταγών αυτής της χώρας, που δύσκολα τολμά να έρθει σε πραγματική ρήξη με την αστική της ιδεολογία και το προσκυνημένο της παρελθόν.

 Κατόπιν, ο κονφερασιέ Ζουράρις -μην παραλείποντας να επιδοθεί σε νέο παραλήρημα ελληνοπρεπούς μπουρδολογίας- προλόγισε τον επόμενο ομιλητή, τον καθηγητή του πανεπιστημίου Κρήτης κύριο Νότη Μαριά, για να δοθεί οριστικό τέλος σε όποια ελπίδα είχα ότι θα άκουγα οτιδήποτε το ουσιαστικό εκείνο το απόγευμα, από τους ακολούθους ενός έτσι κι αλλιώς μεγάλου πνευματικού ανδρός. Ο κύριος αυτός φάνηκε μάλλον να πιστεύει ότι ο πολιτικός λόγος ταυτίζεται με τη φωνασκία και πως ο υψηλός τόνος της φωνής αποτελεί κάποιου είδους ατράνταχτο επιχείρημα. Λόγος κενός περιεχομένου, φτηνή γενικολογία και ανέξοδη δημαγωγία, που προσέγγιζε τα όρια της δημοκοπίας, επιφανειακή συνθηματολογία, όλα μαζί μου θύμιζαν τόσο έντονα τον πλέον επαίσχυντο παπανδρεϊσμό που γνώρισα στα χρόνια της Μεταπολίτευης, σε βαθμό που δεν μου έμεινε καμμία αμφιβολία για την πολιτική προέλευση του ανδρός, όπως και για το πολιτικό του ήθος. Η συγκέντρωση έφτασε να θυμίζει τόσο δύσοσμα μέρες του '85, που μου προκάλεσε ειλικρινά αποστροφή και θλίψη. Εάν αυτοί είναι οι άνθρωποι που θ' αναλάβουν να μας βγάλουν από το τέλμα, επιτρέψτε μου να προμηθευτώ αναπνευστήρα και φιάλες οξυγόνου.
 Μετά ήρθε η σειρά του Μίκη. Μια παρουσία συγκινητική, ένα φρόνημα αδάμαστο, ένας λόγος που -παρά το γεγονός ότι κι αυτός δεν απέφυγε τις υπεραπλουστεύσεις και κάποια λαϊκιστικά στοιχεία- ήταν μάλλον ο ουσιαστικότερος όλων, ήταν αυτός που κράτησε τον κόσμο για ώρα κρεμασμένο από τα χείλη του, επιστρατεύοντας θυμοσοφία και χιούμορ. Ακόμη και η δυσαρθρία του, ειδικά σε κάποιες μακρόσυρτες και δυσκολοπρόφερτες λέξεις, δεν τον εμπόδισε να αποδειχτεί ευφραδέστερος του ΓΑΠ ή του Σιμήτη, των οποίων τα σαρδάμ έχουν μείνει στην ιστορία. Δεν θα περίμενα τίποτε περισσότερο από έναν άνθρωπο στην ηλικία του, ωστόσο εάν αυτός είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει το κίνημα και μάλιστα μακράν, τι προσδοκίες θα πρέπει να έχουμε όταν δεν θα είναι πια μαζί μας; Τελειώνουν οι πνευματικοί άνθρωποι αυτού του τόπου, μετά τον υπερήλικα Μίκη; Κάποια στιγμή ζήτησε το σακάκι του, "γιατί θα με σκοτώσει ο αέρας" όπως είπε χαρακτηριστικά. Τελικά ύστερα από λίγο, ο λόγος του άρχισε να κομπιάζει, μέχρι που μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να αναγνώσει ένα συγκεκριμένο σημείο της ομιλίας του, αναγκάστηκε να σταματήσει, ψελλίζοντας απολογητικά "σας χρωστάω" και γρήγορα κάθισε κάτω υποβασταζόμενος, σε ένα τέλος θλιβερό μιας μάλλον συνολικά θλιβερής εκδήλωσης. Αμέσως ο κύριος Μαριάς έσπευσε να αρπάξει το μικρόφωνο και να βροντοφωνάξει τα ίδια που έλεγε και πριν, όμως τούτη τη φορά "εκ μέρους του Μίκη".
 Όπως έγραψα παραπάνω, όλα θύμιζαν έντονα μέρες της δεκαετίας του '80, όμως υπήρχε μια σαφής και σημαδιακή διαφορά. Ο παλμός του ακροατηρίου ήταν άτονος, ο κόσμος μουδιασμένος και ανόρεχτος, δεν μπορούσε να φωνάξει ένα σύνθημα με ενθουσιασμό, όσο κι αν κατά βάθος ένιωθε ότι κάτι τέτοιο άρμοζε στην περίσταση. Θα ήθελα σ' αυτό το σημείο να διαψεύσω κατηγορηματικά ότι ακούστηκαν δήθεν ακροδεξιά συνθήματα σε τούτη τη συγκέντρωση, όπως ψευδώς κάποιοι ισχυρίστηκαν ανώνυμα στο διαδίκτυο (είναι φαίνεται μόδα της εποχής να χαρακτηρίζονται άπαντες ως "ακροδεξιοί", από διάφορους ανεξέλεγκτους κι εν πολλοίς ύποπτους τύπους που κυκλοφορούν μεταξύ μας, φορώντας ηλεκτρονικές "κουκούλες"). Τα μόνα συνθήματα που ακούστηκαν, χωρίς και πάλι να υιοθετηθούν από σύσσωμο το σχεδόν υπνωτισμένο πλήθος, ήταν το "Προδότες-Προδότες" και το "Δεν σας θέλει ο λαός, το μνημόνιο και μπρος".
Εν κατακλείδι, όλα γύρω μου έδωσαν την εντύπωση ότι πίσω από το ηρωικό "last stand" του Μίκη, βρήκαν πρόσφορη ομπρέλα διάφορα τρωκτικά του παρελθόντος που πήδησαν από το βυθιζόμενο πράσινο καράβι μόλις ένιωσαν τον κίνδυνο -όχι για τη χώρα αλλά για την καριέρα τους- ή οσμίστηκαν πολλά υποσχόμενες προοπτικές ανέλιξης στην νέα κατάσταση που πρόκειται να αναδυθεί οσονούπω. Μετά λύπης μου θα προβλέψω -κι εύχομαι ν' αποδειχτώ ψεύτης- ότι σύντομα ο Μίκης θα τους είναι πιο χρήσιμος νεκρός παρά ζωντανός και πως θα καραδοκούν το τέλος της ζωής του μεγάλου συνθέτη. Τότε θα του κάνουν μια μεγαλοπρεπή φαραωνική κηδεία, όπως του Γεωργίου Παπανδρέου κατά τη διάρκεια της Χούντας, και κατόπιν θα νομιμοποιηθούν να μιλούν "εκ μέρους του". Πολύ φοβάμαι ότι θα δυσαρεστήσω κάποιους αγαπητούς φίλους, όμως δυστυχώς οσμίζομαι ότι κάποιοι προετοιμάζουν το επόμενο ΠΑΣΟΚ, πράγμα που υπογραμμίζει τόσο η πολιτική καταγωγή των συμμετεχόντων, όσο και η όλη σημειολογία της εκδήλωσης, η οποία παρέπεμπε στις χειρότερες ημέρες του παπανδρεϊσμού, ενώ κάποιοι άλλοι προετοιμάζουν την επόμενη δεξιά, υπό τον sir Μπιλ Μαρκεζίνη. Πιστεύω ότι όλοι αυτοί δεν είναι σε θέση να δώσουν στο λαϊκό κίνημα την προοπτική που έχει ανάγκη για να βγει από το τέλμα της υποδούλωσης και της χρεωκρατίας, απεναντίας πρόκειται να γίνουν άξονες κι όργανα χειραγώγησης της λαϊκής θέλησης, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να επαναλάβουν την φενάκη μιας ακόμη αστικής μεταπολίτευσης.

1 σχόλιο:

  1. Σωστός....Αλλά μην είσαι αρνητικός για τιν Μίκη και προσπάθησε να ξανεπικοινωνήσεις μαζί του. Δεν νομίζω ότι η πρόθεση του είναι να νομιμοποιήσει τους δήθεν επαναστάτες που είναι δίπλα του, απλά δεν έχει πολλές επιλογές.

    Έκανες μα...κακία που τους άφισες να παίξουν αυτό το ρόλο.

    Γιώργος...afragos.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλια δημοσιεύονται με μια καθυστέρηση και αφού τα δει κάποιος από τη διαχείριση...και όχι για λογοκρισία αλλά έλεγχο για: μη αναφορά σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις, προσβλητικά, υποτιμητικά και υβριστικά μηνύματα ή δεσμούς (Link) με σεξουαλικό περιεχόμενο.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Προειδοποίηση: Περιεχόμενο Αυστηρώς Ακατάλληλο για εκείνους που νομίζουν ότι θίγονται προσωπικά στην ανάρτηση κειμένου αντίθετο με την ιδεολογική τους ταυτότητα ή άποψη, σε αυτούς λέμε ότι ποτέ δεν τους υποχρεώσαμε να διαβάσουν το περιεχόμενο του ιστολογίου μας.