Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Τι σημαίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές που επιδιώκει η τρόικα και η κυβέρνηση; (Β’ Μέρος)

Screened worker #4
cometstarmoon 

πηγη inprecor.gr

Του Δημήτρη Καζάκη

Τα μέτρα που παίρνονται σήμερα ενάντια στην εργασία δεν είναι μια απλή επίθεση του κεφαλαίου, όπως συνηθίζουν να λένε όσοι αρνούνται να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Δεν πλήττονται μόνο ή απλά οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων, αλλά αλλάζει ριζικά το σύνολο των όρων αναπαραγωγής και απασχόλησης της εργατικής δύναμης σήμερα στην Ελλάδα. Η εργαζόμενη οικογένεια σήμερα χάνει κάθε δυνατότητα οικογενειακού προγραμματισμού, δεν γνωρίζει αν και κατά πόσο θα έχει δουλειά, δεν γνωρίζει αν και πώς θα μορφώσει και θα αποκαταστήσει τα παιδιά της, δεν έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει ούτε καν για το εγγύς μέλλον, δεν μπορεί να συνέλθει από τα απανωτά χτυπήματα που δέχεται και η προοπτική της φαντάζει σκοτεινή. Πολύ σύντομα ακόμη και αυτή η μικρή ακίνητη περιουσία στο χωριό και την πόλη, που αποτέλεσε ιστορικά αποκούμπι για πολλά λαϊκά νοικοκυριά, είτε θα εξανεμιστεί, είτε θα μεταβληθεί σε ασήκωτο βάρος υπό καθεστώς άγριων και συνεχών φοροεπιδρομών και διαρκούς εισοδηματικής συμπίεσης. Τίποτε πλέον δεν είναι βέβαιο, εκτός από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χωρίζονται πια σε δυο μεγάλες μερίδες, σε εκείνους με δουλειά χωρίς μέλλον και σε εκείνους με μέλλον χωρίς δουλειά.
Μπορεί να υπάρξει συγκροτημένη κοινωνία υπό τέτοιες συνθήκες; Φυσικά όχι. Το κοινωνικό περιθώριο, η μαζική εξαθλίωση, η εγκληματικότητα, η μετατροπή πλατιών στρωμάτων σε αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε «κουρελοπρολεταριάτο» με αντίστοιχη κοινωνική ζωή και συνείδηση, απορροφά πλέον μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Αυτό που ορισμένοι ονομάζουν αντεργατική επίθεση του κεφαλαίου και της κυβέρνησης, ή εργατικό μεσαίωνα, υπερβαίνει κατά πολύ τα συνηθισμένα όρια της τάξης και των συμφερόντων της. Δεν ξεριζώνεται απλά η εργατική τάξη, αλλά μαζί της και ολόκληρη η κοινωνία, ενώ οι συνέπειες ξεπερνούν τις επιπτώσεις στην εργασία και τις απολαβές. Αποκτούν διαστάσεις ανθρωπιστικής καταστροφής. Γι’ αυτό και το να επιμένει κανείς- όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, του ΣΥΝ, αλλά και άλλων δυνάμεων της αριστεράς- να την αντιλαμβάνεται σαν μια τυπική αντεργατική επίθεση ή πολιτική, όσα αντικαπιταλιστικά- ταξικά πρόσημα κι αν της προσθέτουν, αποτελεί το λιγότερο επιχείρηση απολογητικής και συσκότισης του πραγματικού περιεχομένου της όλης κατάστασης.
Η ριζική ανατροπή των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης
Σύμφωνα με τον επικεφαλής των ελεγκτών του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία χρειάζονται για τον εξής βασικό λόγο: «Με τον τρόπο που η Ελληνική αγορά εργασίας λειτουργούσε συνεισέφερε σε μια δυσανάλογη αύξηση σε μισθούς την τελευταία δεκαετία και σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Έτσι οι μισθοί χρειάζεται να συμβαδίζουν περισσότερο με την παραγωγικότητα. Κατά την μεσοπρόθεσμη περίοδο, οι εξελίξεις στους μισθούς της Ελλάδας θα πρέπει να καθορίζονται από την βελτίωση της παραγωγικότητας. Μια πιο ανοιχτή και πιο δυναμική αγορά εργασίας θα προσφέρει περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης καθώς το επιχειρηματικό περιβάλλον βελτιώνεται, οι επενδύσεις αυξάνονται και η οικονομία επεκτείνεται.»[1]
Πίνακας 1: Ειδικός βάρος της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη
Έτος2001
2002
2003200420052006200720082009
EURO15100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0
Κέρδη2,92,93,23,23,33,33,33,33,5
Αμοιβές1,41,51,61,71,81,81,92,02,0
ΑΕΠ2,12,12,32,42,42,52,52,62,6
Ιδιωτικές επενδύσεις1,61,82,01,91,71,81,81,71,7
Πηγή: Eurostat
Τι σημαίνει αυτό; Η επιβολή μιας πιο ανοιχτής και πιο δυναμικής αγοράς εργασίας, κατά τα λεγόμενα του Τόμσεν, δεν αφορά απλά και μόνο στην ενίσχυση του επιχειρηματικού κέρδους. Έχει σχέση πρώτα και κύρια με την αλλαγή συνολικά του μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι στα πλαίσια της παγκόσμιας κρίσης η χρεοκοπία του ελληνικού εξαρτημένου καπιταλισμού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το εξαρτημένο κρατικομονοπωλιακό σύστημα του καπιταλισμού στην Ελλάδα δεν μπορεί να αναταχθεί σε δική του αυτοτελή οικονομική και αναπτυξιακή βάση. Τουλάχιστον με την μορφή και τον χαρακτήρα που είχε μέχρι σήμερα. Και δεν έχουν άδικο.
Ας δούμε τον πίνακα 1 για να αντιληφθούμε τις βασικές παραμέτρους του προβλήματος. Το βασικό «συγκριτικό πλεονέκτημα» της ελληνικής οικονομίας στην ευρωζώνη ήταν η συγκριτικά υψηλή κερδοφορία σε βάρος όχι μόνο των αμοιβών της εργασίας, αλλά και των επενδύσεων. Αν από το ειδικό βάρος των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε σύγκριση με εκείνο της ευρωζώνης, το οποίο ποτέ δεν έφτασε ούτε καν το αντίστοιχο ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας στην ευρωζώνη, αφαιρέσουμε το μερίδιο των ιδιωτικών επενδύσεων στην οικοδομή, τότε το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα σε όλους τους άλλους τομείς δεν ανέβηκε ποτέ πάνω από το 0,3% του συνόλου των αντίστοιχων επενδύσεων στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι η άνοδος του ΑΕΠ τροφοδοτήθηκε από μια  εσωτερική ζήτηση που στηρίχθηκε στο δανεισμό και την κρατική κατανάλωση μέσα από μεγάλα έργα, κοινοτικά προγράμματα, κρατικές προμήθειες και ελλείμματα.
Πίνακας 2: Αποζημίωση και παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ως % της ευρωζώνης
Έτος2000200120022003200420052006200720082009
Ευρωζώνη100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0100,0
Αποζημίωση εργαζομένων
41,0
40,044,246,650,051,252,455,057,057,5
Παραγωγικότητα της εργασίας
ανά ώρα

65,0
67,369,370,771,869,767,368,069,370,2
Παραγωγικότητα
της εργασίας
ανά εργαζόμενο

83,1
86,889,791,691,989,789,489,090,889,8
Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια έδωσαν τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να κερδοσκοπήσει σε βάρος της εργασίας με κάθε δυνατό τρόπο. Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία του πίνακα 2 που συγκρίνει την παραγωγικότητα και τις αποζημιώσεις της εργασίας στην Ελλάδα ως ποσοστό της ευρωζώνης. Από τον πίνακα συνάγουμε ότι ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα κινήθηκε την δεκαετία του ευρώ λίγο πιο κάτω από το μέσο επίπεδο της ευρωζώνης, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα κινήθηκε σημαντικά πιο κάτω. Με άλλα λόγια για να παράγει ο εργαζόμενος στην Ελλάδα νέα προϊόντα και υπηρεσίες στην Ελλάδα χρειαζόταν να εργαστεί κατά 25% περισσότερο από τον μέσο εργαζόμενο της ευρωζώνης. Κι αυτό οφείλεται στον εξαιρετικά χαμηλό δείκτη παραγωγικού εκσυγχρονισμού και επενδύσεων που επιτρέπει στην εργοδοσία και το κεφάλαιο να καλύπτει τις διαφορές παραγωγικότητας με τον μέσο όρο της ευρωζώνης μέσα από την υπερεργασία του εργαζόμενου. Την ίδια ώρα που οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων στην Ελλάδα κινούνται πολύ πιο χαμηλά όλων των δεικτών της παραγωγικότητας, μόλις λίγο πάνω από το 50% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Για ποια σύνδεση αμοιβής και παραγωγικότητας μπορεί να γίνει λόγος;
Η κατάσταση αυτή δεν οδήγησε μόνο στην αποσύνθεση της όποιας παραγωγικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και σε μια τεχνητή διόγκωση της εσωτερικής ζήτησης που δεν βασίστηκε σε πραγματική άνοδο της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηριστικός από αυτή την άποψη είναι ο πίνακας 3. Την δεκαετία του ευρώ τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα γνώρισαν μια πρωτόγνωρη κατάσταση κοινωνικής εξαθλίωσης. Για πρώτη φορά το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την αντίστοιχη μέση καταναλωτική δαπάνη ανά κάτοικο. Τι σημαίνει αυτό; Τα λαϊκά νοικοκυριά και οι εργαζόμενοι για πρώτη φορά έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν να καλύψουν με τις μέσες αποδοχές τους τις βασικές καταναλωτικές τους δαπάνες. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από το 60 με 70% του πληθυσμού που διαθέτει εισοδήματα μέχρι το μέσο καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημα είναι κάτω από το όριο φυσιολογικής επιβίωσης, δηλαδή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με ίδια μέσα. Επομένως το να μιλά κανείς αυτή την περίοδο μόνο για 20% κάτω από όριο φτώχειας στην Ελλάδα, είναι εντελώς πλασματικό γιατί υπολογίζει μόνο το πόσοι διαθέτουν εισόδημα κάτω από το 50% του μέσου επιπέδου. Όταν ακόμη και με το μέσο εισόδημα δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, δεν μπορείς να χρηματοδοτήσεις τις βασικές κοινωνικές σου ανάγκες, τότε η έννοια της απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης αλλάζει δραματικά και αποκτά πολύ ευρύτερα χαρακτηριστικά.
Πίνακας 3: Δαπάνη, εισόδημα, δανεισμός και αποταμίευση ανά κάτοικο (σε ευρώ)
Έτος200120022003200420052006200720082009
Τελική δαπάνη κατανάλωσηςΕυρώ17.40017.90018.50019.00019.70020.40021.10021.70021.700
Ελλάδα12.00013.00013.70014.70015.70016.90018.10019.30019.500
Καθαρό διαθέσιμο εθνικό εισόδημαΕυρώ20.40021.00021.20022.20022.80023.90025.00024.60023.000
Ελλάδα12.10012.70013.70014.60015.10016.10017.00017.60017.100
Καθαρός δανεισμόςΕυρώ--------100-100
Ελλάδα-1.400-1.700-1.700-1.500-1.700-2.000-2.700-3.100-2.700
Καθαρή αποταμίευσηΕυρώ1.6001.5001.5001.7001.6001.9002.2001.800700
Ελλάδα0-30000-600-800-1.200-1.700-2.400
Πηγή: Eurostat
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η έξαρση του ιδιωτικού δανεισμού, όπως άλλωστε φαίνεται και στον πίνακα.Το εισοδηματικό έλλειμμα που δημιούργησαν οι περιοριστικές πολιτικές καλύφθηκε από την προσφυγή στο δανεισμό. Εκτός από αίσθημα πλασματικής ευφορίας που δημιούργησε σε ορισμένα στρώματα, οδήγησε σχεδόν το σύνολο των εργαζομένων σε ένα νέο είδος σύγχρονης δουλοπαροικίας μέσα ένα ιδιότυπο σύστημα πεονίας. Ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δεν δουλεύει πια για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του, αλλά για πληρώνει τα δάνειά του. Μπορεί σ’ αυτές τις συνθήκες να μιλάμε στα σοβαρά για αυξήσεις του μισθού, για καλύτερες δουλειές και για αντιμετώπιση της ανεργίας αν πρώτα και πάνω απ’ όλα δεν γλυτώσει ο εργαζόμενος από αυτό το σύστημα πενίας; Αν δεν απαλλαγεί εδώ και τώρα από τα χρέη του;
Μια ακόμη πολύ βασική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η πλήρης αδυναμία του λαϊκού νοικοκυριού και του εργαζόμενου να αποταμιεύσει. Και χωρίς ροπή προς καθαρή αποταμίευση από τα λαϊκά στρώματα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει επαρκής ροή πόρων για επενδύσεις και ανάπτυξη κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς. Ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ η ροπή προς καθαρή αποταμίευση ήταν αρνητική για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ολόκληρη η εργαζόμενη Ελλάδα έτρωγε όλα αυτά τα χρόνια από τα έτοιμα, από αυτά που είχε βάλει στην άκρη για ώρα ανάγκης, από αυτά που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν το μέλλον το δικό της και των παιδιών της. Και τα έτρωγε όχι μόνο για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες της, για τις οποίες το μέσο εισόδημά της δεν επαρκούσε, αλλά όλο και περισσότερο για να πληρώνει τα δανεικά της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat[2] η Ελλάδα είναι μία από τρεις χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό του πληθυσμού της με τραπεζικές καταθέσεις. Το ποσοστό των κατοίκων που διαμένουν σε νοικοκυριά με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς ήταν για όλες τις χώρες της Ε.Ε. των 27 πάνω από 80%, με τρεις εξαιρέσεις: την Βουλγαρία (17,1%), την Ρουμανία (24,6%) και την Ελλάδα (29,9%). Ενώ το ποσοστό των νοικοκυριών με ιδιόκτητους τραπεζικούς λογαριασμούς υπερβαίνει το 95% σε 15 από τις 27 χώρες της Ε.Ε.. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα είναι η τρίτη χώρα στην Ε.Ε. σε ποσοστό υπερχρεωμένων νοικοκυριών ειδικά όσον αφορά τις πιστωτικές κάρτες και της καθυστέρησης πληρωμής δόσεων για δάνεια κατοικίας. Με άλλα λόγια η Ελλάδα από άποψη εισοδηματικών δεδομένων βρίσκεται ήδη στο επίπεδο των πιο φτωχών και διαλυμένων οικονομιών της Ε.Ε., ενώ από την άποψη της υπερχρέωσης βρίσκεται στο επίπεδο των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ε.Ε..
Πίνακας 4: Μερίδια κερδών και μισθών στο ΑΕΠ (%)

2000200120022003200420052006200720082009
Μερίδιο των κερδών στο ΑΕΠ
ΕΕ-2737,938,138,338,539,039,139,439,639,838,9
Ευρωζώνη38,739,439,439,540,040,040,240,540,539,6
Ελλάδα54,855,253,454,755,055,055,054,554,054,2
Μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ
ΕΕ-2749,950,049,949,649,048,848,348,048,549,8
Ευρωζώνη49,449,049,048,948,348,047,647,348,049,3
Ελλάδα33,232,735,434,834,734,234,534,636,235,1
Βαθμός εκμετάλλευσης (%)
ΕΕ-2776,076,276,777,679,680,181,682,582,078,1
Ευρωζώνη78,380,480,480,882,883,384,485,684,480,3
Ελλάδα165,0169,0151,0157,2158,5160,8159,4157,5149,2154,4
Πηγή: National Accounts, Eurostat
Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια σε μια εντελώς αντιπαραγωγική, αντικοινωνική και παρασιτική σχέση ανάμεσα στις μισθούς και τα κέρδη στην ελληνική οικονομία. Αυτό φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 4. Στην Ελλάδα το ποσοστό των κερδών στο ΑΕΠ της χώρας είναι σημαντικά υψηλότερο τόσο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά και της Ε.Ε. Κατά μέσο όρο την δεκαετία του ευρώ κυμάνθηκε άνω του 50%, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης κυμάνθηκε άνω του 38%, ενώ της Ε.Ε. άνω του 37%. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα για ολόκληρη την δεκαετία του ευρώ είχε ρεκόρ ποσοστού κερδών στο ΑΕΠ σε σύγκριση με όλες τις χώρες της ευρωζώνης και της Ε.Ε..
Αυτό είχε ως συνέπεια την καθήλωση αφενός των αμοιβών, αλλά και την συγκριτική εκτόξευση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων στην Ελλάδα. Έτσι για κάθε 100 ευρώ που πληρώνεται ο εργαζόμενος στην Ελλάδα το κεφάλαιο αποκομίζει κατά μέσο 158 ευρώ σε κέρδη, ενώ στο επίπεδο της Ε.Ε. γύρω στα 79 ευρώ και στην ευρωζώνη 82 ευρώ κατά μέσο όρο σ’ ολόκληρη την δεκαετία. Με άλλα λόγια ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσιος από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι από τα κέρδη στην Ελλάδα επενδύονται λιγότερα από το 1/3 σε σύγκριση με τον μέσο όρο των επενδυόμενων κερδών στην Ε.Ε. και στην ευρωζώνη.
Αυτός ο τρόπος εξαρτημένης και παρασιτικής ανόδου της οικονομίας μπήκε σε κρίση και έφτασε στο τέλος του με την χρεοκοπία που ζει η χώρα και ο λαός της. Δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο. Οι τράπεζες και οι κεφαλαιαγορές δεν μπορούν να δανείσουν όπως δάνειζαν, ενώ τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δανειστούν άλλο. Το ίδιο και το κράτος. Τι μπορεί να γίνει; Μπορεί να υπάρξει μια άνοδος της ελληνικής οικονομίας στη βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα; Όχι. Οι επιλογές μπροστά στην ελληνική κοινωνία είναι δύο: Ή διαγράφουμε τα χρέη αυτού του τρόπου ανάπτυξης, αντιστρέφουμε την σχέση κερδών-αμοιβών υπέρ των εργαζομένων και αναλαμβάνει το κράτος την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ή η οικονομία της χώρας τίθεται στην απόλυτη διάθεση των εξωτερικών αγορών χωρίς καμιά δυνατότητα εσωτερικής ανάπτυξης ακόμη και στην βάση που υπήρξε μέχρι σήμερα. Αυτό το δεύτερο είναι το μοντελάκι που ράβει πάνω στη χώρα και στους εργαζόμενους το ΔΝΤ και η ΕΕ.
Η λογική του απλή. Εφόσον δεν μπορούν να υπάρξουν εσωτερικές πηγές συσσώρευσης, μιας και οι αποταμιεύσεις εξανεμίστηκαν, τα εισοδήματα συμπιέζονται και τα δάνεια έφτασαν στο όριό τους, τότε αυτό που μένει είναι η ενίσχυση της «εξωστρέφειας» της ελληνικής οικονομίας. Εφόσον δηλαδή δεν μπορεί να επιβιώσει ολόκληρη η χώρα και η οικονομία της, ας επιβιώσει μόνο εκείνο το κομμάτι που εξυπηρετεί απευθείας τις εξωτερικές αγορές και μπορεί να επιβιώσει μέσα από τις εξαγωγές. Με δεδομένη όμως την ουσιαστική ανυπαρξία παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία, οι εξαγωγές για τις οποίες μιλάνε είναι κατά κύριο λόγο υπηρεσίες μεταφορών και εμπορίου, καθώς και μεταπρατικές δραστηριότητες ορισμένων επιχειρήσεων σε συνδυασμό με ξένους πολυεθνικούς ομίλους.
Την ενίσχυση αυτού του τύπου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων είχε σαν στόχο το πολυνομοσχέδιο για τα εργασιακά και γενικά οι «διαρθρωτικές αλλαγές» στην εργασία. Μόνο επιχειρήσεις που εξαρτώνται από πολυεθνικές, ή δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, ωφελούνται από μια τέτοια ρευστοποίηση της εργασία και των αμοιβών της. Όποιες επιχειρήσεις εξαρτώνται από την εσωτερική αγορά είναι σίγουρο ότι τα μέτρα αυτά θα αποτελέσουν την χαριστική βολή γι’ αυτές. Κι αυτό γιατί θα οδηγήσουν τους ήδη αρνητικούς τζίρους στο ναδίρ.
Όμως μια τέτοια ανάπτυξη είναι ζήτημα αν θα μπορέσει να απασχολήσει το 50% του υπάρχοντος κυκλώματος της οικονομίας και με βία το 60% της υπάρχουσας απασχόλησης. Τα υπόλοιπα τι θα γίνουν; Πώς θα επιβιώσει το υπόλοιπο 50% της οικονομίας που αφορά την συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα; Πως θα επιβιώσει το 40% της απασχόλησης που περισσεύει; Γι’ αυτό και λέμε ότι η ελληνική οικονομία ως τέτοια δεν έχει ούτε παρών, ούτε μέλλον. Μόνο θύλακες απόλυτα εξαρτημένοι από την ζήτηση στο εξωτερικό έχουν κάποια προοπτική μέσα σε μια κατάσταση γενικευμένης χρεοκοπίας επ’ αόριστον.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε μια συστηματική αποσύνθεση των σχέσεων στην οικογένεια και την κοινωνία, καταρρακώνει την προσωπικότητα, τα δικαιώματα και τις ανάγκες του ατόμου. Ταυτόχρονα, το καθεστώς φτηνής «ευλύγιστης» εργασίας, το οποίο βασίζεται στην εντατική υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσα από τη διαρκή συμπίεση του «εργατικού κόστους», την εντατικοποίηση της εργασίας και την επιμήκυνση του εργάσιμου χρόνου, ιδίως στις θέσεις εργασίας όπου απαιτείται υψηλή εξειδίκευση, αποτελεί βασικό αντικίνητρό για την πραγματική άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, την είσοδο της καινοτομίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας στην παραγωγή, καθώς και την βελτίωση της οργάνωσης, ώστε να πάψει ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας να παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός. Αυτή η υπερεκμετάλλευση του εργαζόμενου αποτελεί την κύρια αιτία που ο βαθμός αξιοποίησης των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και διεθνώς και κινείται μόλις στο 70%. Όσο το κεφάλαιο βρίσκει φτηνή και βολική τη μετατροπή του εργαζόμενου σε «λάστιχο», τόσο πιο δαπανηρή και ασύμφορη του φαντάζει η αναγκαία βελτίωση της τεχνικής και οργανωτικής υποδομής της παραγωγής.
Κατά συνέπεια σήμερα ειδικά δεν μπορεί να μιλά κανείς για αντιμετώπιση της ανεργίας, για σταμάτημα των απολύσεων, για σημαντική αύξηση των μισθών, χωρίς να απαντά πολύ συγκεκριμένα στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας. Τι είδους κοινωνία και οικονομία θέλουμε; Όποιος δεν απαντά άμεσα και συγκεκριμένα σ’ αυτό το ερώτημα βάζει ουσιαστικά πλάτες στις πολιτικές που κατά άλλα φαίνεται να καταδικάζει.
Υπόθεση των εργαζομένων
Επομένως, η άμεση και πρακτική ανάγκη για κλιμάκωση του αγώνα πρέπει να γίνει υπόθεση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων. Αυτός πρέπει να είναι ο άμεσος στόχος και το κεντρικό καθήκον για μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία που επιδιώκει στ’ αλήθεια να διαδραματίσει θετικό ρόλο στην προσπάθεια συντονισμού των συνδικαλιστικών δυνάμεων και των σωματείων. Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
1. Η πάλη της εργατική τάξης και των συνδικάτων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη ανατροπή του μνημονίου και των κυβερνητικών πολιτικών. Η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στα επιμέρους μέτρα και τις πολιτικές που εξαγγέλλονται και θα εξαγγέλλονται διαρκώς, αλλά σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς πτώχευσης που επιβάλλεται στη χώρα μας από την ΕΕ, το ΔΝΤ και τις διεθνείς αγορές. Πρέπει να ενδιαφέρει το εργατικό κίνημα η αποικιοκρατική κηδεμονία της χώρας ή του αρκεί απλώς να αντιτίθεται στις πολιτικές που εκπορεύονται από αυτήν; Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα διαχωρίζει σήμερα καθαρά τις αυθεντικά ταξικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος από όλες εκείνες που αυτοϊκανοποιούνται με το να μιλούν στο όνομά του. Εκτός κι αν θεωρεί κανείς στα σοβαρά ότι η χώρα είτε αποικία είτε όχι είναι το ίδιο και το αυτό. Μόνο που η εργατική τάξη δεν υπήρξε ποτέ τόσο κοντόφθαλμη ώστε να μην ενδιαφέρεται για τη χώρα της. Κι αυτό γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι η ίδια η ύπαρξή της δεν έχει νόημα ούτε αντίκρισμα σε μια χώρα που τίθεται υπό καθεστώς κατοχής και σε διαδικασία ξεπουλήματος. Συνεπώς τα αιτήματα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα πρέπει να ξεκινούν με την ανάγκη να σταματήσει άμεσα και να αποτραπεί κάθε απόπειρα, κάθε επιχείρηση επιβολής καθεστώτος επίσημης πτώχευσης και κηδεμονίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ.
2. Τι σημαίνει «ανυπακοή» απέναντι στις επιταγές της ΟΝΕ, της ΕΕ, του ΔΝΤ; Τι ακριβώς ζητά από τον εργάτη, από τον εργαζόμενο να κάνει η «ανυπακοή»; Τι ακριβώς πρέπει να παλέψει; Στην πράξη το κάλεσμα σε «ανυπακοή» είναι ένα καθαρά δημαγωγικό σύνθημα, το οποίο θεωρεί ως δεδομένο το καθεστώς που επιβάλλουν η ΟΝΕ, η ΕΕ και το ΔΝΤ, ενώ αρκείται απλώς να αντιπαρατίθεται στις εκάστοτε εντολές τους. Ταυτόχρονα δημιουργεί αυταπάτες στις μάζες, διότι αρνείται να δει ότι πίσω από τις διάφορες εντολές και τις ντιρεκτίβες υφίσταται ένα αδυσώπητο καθεστώς επικυριαρχίας, που θεμελιώνεται στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις της χώρας με την ΟΝΕ, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Με αυτόν τον τρόπο οδηγείται στην απολογητική αυτών των μηχανισμών του ιμπεριαλισμού, μιας και αντιλαμβάνεται το όλο πρόβλημα μόνο στο επίπεδο των εντολών και των ντιρεκτίβων και όχι σ’ αυτό καθαυτό το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που επιβάλλουν στη χώρα και στον λαό της. Πολύ περισσότερο σήμερα που η υποταγή στο ευρώ, στην ΕΕ και στο ΔΝΤ αποδεικνύεται καταστροφική για τη χώρα και τους εργαζόμενους. Αντί λοιπόν για «ανυπακοή» οι εργαζόμενοι και το εργατικό κίνημα πρέπει να θέσουν ως άμεσο στόχο την απαλλαγή από το ευρώ και την ΟΝΕ στην προοπτική της αποδέσμευσης από την ΕΕ, όχι για να συρθεί η χώρα στο ΔΝΤ, αλλά για να αποτραπεί η πτώχευση και το ξεπούλημά της.
3. Η προσπάθεια για την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων εδώ και τώρα με κάθε μορφή αγωνιστικής δράσης, τόσο σε επίπεδο πρωτοβάθμιων σωματείων όσο και δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικάτων, είναι απαραίτητη. Ωστόσο βασικό μέλημα αυτής της κλιμάκωσης πρέπει να είναι η εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής συμμετοχής και κινητοποίησης των εργαζομένων. Δίχως την αυξημένη συμμετοχή οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες δεν συντελούν στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση των αγώνων και στην αποθάρρυνση των πιο πλατιών μαζών. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να βρίσκονται κάθε φορά οι πιο κατάλληλες μορφές πάλης που επιτρέπουν σε όλους, αν αυτό είναι δυνατό, τους εργαζομένους την ενεργό συμμετοχή τους στην κλιμάκωση του αγώνα. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «επαναστατικές» μορφές πάλης. Δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο «ριζοσπαστικές» δράσεις. Ο ριζοσπαστισμός κάθε μορφής κινητοποίησης εξαρτάται πρώτα και κύρια από το μέγεθος και τον παλμό της συμμετοχής των πιο πλατιών μαζών.
4. Ο αγώνας που βρίσκεται μπροστά στην εργατική τάξη και το κίνημά της είναι πολύ δύσκολος και απαιτητικός. Από την προσπάθεια για κοινή δράση όλων των εργαζομένων κανείς δεν περισσεύει. Η μαζική απεργιακή κινητοποίηση όλων των εργαζομένων δεν μπορεί να γίνει χωρίς ή πολύ περισσότερο ενάντια στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Πρέπει να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα για να συνεχίσει η ηγεσία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ να βρίσκεται στους δρόμους. Δεν πρέπει να διευκολύνουμε την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να οικοδομήσει το δικό της ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να υποστείλουμε έστω και στο ελάχιστο την κριτική μας προς αυτές τις ηγεσίες ή να την κάνουμε πιο ήπια.  Όμως, το να σνομπάρει κανείς τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ αλλά και γενικότερα τα τριτοβάθμια σωματεία ή να τα ανταγωνίζεται στο όνομα της καταλυτικής κριτικής που πρέπει να ασκεί στις ηγεσίες τους οδηγούν αναγκαστικά στην υπονόμευση της κλιμάκωσης των αγώνων. Η ιστορία δείχνει ότι η οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης μπορεί να ξεκινά από τα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά δεν μπορεί να κλιμακωθεί παρά μόνο με τη συμμετοχή της πανεθνικής οργάνωσης της τάξης μέσα από τα τριτοβάθμια συνδικάτα. Μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η συμμετοχή και η κοινή πάλη όλων των εργαζομένων. Κλιμάκωση των αγώνων χωρίς την ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ δεν μπορεί να υπάρξει, τουλάχιστον όσον αφορά στο σύνολο της εργατικής τάξης. Διαφορετικά η όποια συνδικαλιστική πρωτοβουλία θα καταλήξει να είναι ένα ακόμη ΠΑΜΕ, που συμβάλλει όχι στην κλιμάκωση αλλά στην αποκλιμάκωση, στη διάσπαση και τον κατακερματισμό των δυνάμεων της εργατικής τάξης.
5. Η ανάγκη κινητοποίησης των ευρύτερων δυνατών μαζών και περιφρούρησης του αγώνα έτσι ώστε να γίνει υπόθεση όλων των εργαζομένων επιβάλλει να απαιτήσουμε την άμεση αποβολή των κομματικών μπλοκ από τα συνδικάτα. Τα κόμματα και οι διάφορες πολιτικές συνιστώσες έχουν κάθε δικαίωμα να οργανώνουν τις δικές τους πορείες και κινητοποιήσεις. Όμως δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διασπούν με τα δικά τους μπλοκ τις κινητοποιήσεις και τις πορείες των συνδικάτων. Αυτή η μόδα που καθιερώθηκε στη δεκαετία του ’90 και ενθαρρύνθηκε από την ίδια την ηγεσία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, προκειμένου να ανταγωνιστεί τις κομματικές συναθροίσεις του ΠΑΜΕ, πρέπει επιτέλους να εκλείψει. Οι δυνάμεις των κομμάτων πρέπει να συμμετέχουν στα συνδικάτα με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι. Όσο διαρκεί αυτή η τραγωδία, στην οποία οι διάφορες πολιτικές και κομματικές παρατάξεις ανταγωνίζονται με τα μπλοκ τους για να κερδίσουν τις εντυπώσεις μέσα στις κινητοποιήσεις των συνδικάτων, τόσο μεγαλύτερη αποστροφή θα γεννούν στις πλατύτερες μάζες των εργαζομένων.
6. Σε μια περίοδο όπου κυριαρχούν οι αναίτιες απολύσεις και οι διαρκείς διώξεις εργαζομένων και συνδικαλιστών, αυτό που κύρια θα κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μιας συνδικαλιστικής πρωτοβουλίας, ενός συνδικάτου με τις μάζες των εργαζομένων είναι οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης μ’ εκείνους που κάθε φορά την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Ο αδικημένος εργαζόμενος, ο απολυμένος, ο διωκόμενος μπορεί και πρέπει να βρει στήριγμα σ’ ένα ενιαίο μέτωπο δράσης και αλληλεγγύης, ανεξάρτητα από το ποιος είναι αυτός ή σε τι πιστεύει. Ανεξάρτητα, δηλαδή, από το αν είναι «δικός μας» ή όχι. Το πώς στέκεται κανείς απέναντι σ’ αυτά τα «μικρά» καθημερινά προβλήματα των εργαζόμενων κρίνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης και εγκαρδιότητας που οικοδομεί στην πράξη μια συνδικαλιστική πρωτοβουλία, ένα συνδικάτο. Διαφορετικά, ο συνδικαλιστής που αδιαφορεί ή κινητοποιείται μόνο για τους «δικούς του» ή τον απασχολούν μόνο τα «μεγάλα» ζητήματα της πολιτικής δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν γραφειοκράτη εργατοπατέρα. Κι ας τονίζει όσο θέλει την ταξική του αναφορά.

[1] IMF Survey Magazine,17/12
[2] Eurostat, Over-indebtedness of European households in 2008, issue 61/2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια δημοσιεύονται με μια καθυστέρηση και αφού τα δει κάποιος από τη διαχείριση...και όχι για λογοκρισία αλλά έλεγχο για: μη αναφορά σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις, προσβλητικά, υποτιμητικά και υβριστικά μηνύματα ή δεσμούς (Link) με σεξουαλικό περιεχόμενο.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Προειδοποίηση: Περιεχόμενο Αυστηρώς Ακατάλληλο για εκείνους που νομίζουν ότι θίγονται προσωπικά στην ανάρτηση κειμένου αντίθετο με την ιδεολογική τους ταυτότητα ή άποψη, σε αυτούς λέμε ότι ποτέ δεν τους υποχρεώσαμε να διαβάσουν το περιεχόμενο του ιστολογίου μας.